BofA: Δύσκολη η πλήρης πρόσβαση της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές

Έπειτα από τρία χρόνια απουσίας από τις διεθνείς αγορές η Ελλάδα επιστρέφει σε γνώριμα λιμέρια.

Της Μαρίας Ακριβού

Έπειτα από τρία χρόνια απουσίας από τις διεθνείς αγορές η Ελλάδα επέστρεψε  για να διεκδικήσει πρόσβαση στη ρευστότητα της διεθνούς αγοράς χρήματος.

Η ανακοίνωση του βιβλίου προσφορών για την έκδοση νέου 5ετούς ομολόγου που θα αντικαταστήσει το παλαιό 5ετές, λήξης 2019 ήταν το πρώτο «crash test» που θα έδινε το εισιτήριο στη χώρα μας να βγει δυναμικά επισήμως το καλοκαίρι του 2018, πείθοντας τη διεθνή κοινότητα ότι έχει υλοποιήσει αυτά για τα οποία δεσμεύτηκε.

Υπενθυμίζεται πως το ελληνικό Δημόσιο άντλησε το ποσό των 3 δισ. ευρώ, εξασφαλίζοντας επιτόκιο 4,625%. Τι σημαίνει στην πράξη αυτή η εξέλιξη; Ήταν σωστό το timing για να βγει η Ελλάδα στις αγορές και αν ναι ποια είναι η στρατηγική βάσει της οποίας θα πρέπει να κινηθεί από εδώ και πέρα προκειμένου να έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα; Ο Διευθύνων Σύμβουλος – Επικεφαλής Ευρώπης της Bank of America Merrill Lynch, Αθανάσιος Βαμβακίδης μίλησε  για την επόμενη μέρα της ελληνικής οικονομίας και για τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν ώστε η χώρα να επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα.

Αναφερόμενος στην έξοδο της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές ο κ. Βαμβακίδης χαρακτηρίζει την πρόσφατη απόπειρα – στην ουσία την πρώτη από το 2014 – ως επιτυχημένη. Όπως λέει το χρονοδιάγραμμα ήταν καλό, αφού η εν λόγω κίνηση υποστηρίχθηκε από τις διεθνείς αγορές μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της δεύτερης αναθεώρησης του προγράμματος.

«Η ζήτηση ήταν πολύ δυνατή. Το spread ήταν υψηλότερο από ό, τι το 2014, ωστόσο, η ελληνική οικονομία είναι σε χειρότερη κατάσταση σήμερα, με χαμηλότερο ΑΕΠ, υψηλότερο χρέος, ελέγχους κεφαλαίων και περισσότερα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Η πρόσβαση στις αγορές μπορεί να βοηθήσει σε επίπεδο ρευστότητας την ευρύτερη ελληνική οικονομία, συμβάλλοντας τελικά στη μείωση του κόστους δανεισμού του ιδιωτικού τομέα».

“Δύσκολο η Ελλάδα να επιτύχει ουσιαστική ελάφρυνση του χρέους το επόμενο έτος”

Ωστόσο, ο κ. Βαμβακίδης εφιστά την προσοχή και τονίζει ότι αυτή η εξέλιξη δεν πρέπει να κάνει την Ελλάδα να υπερεκτιμήσει τις δυνάμεις της και αυτό γιατί η πλήρης πρόσβαση στην παγκόσμια αγορά είναι εξαιρετικά απίθανο σενάριο προς το παρόν.

«Σε κάθε περίπτωση, το μέγεθος και η έκταση της πρόσβασης στις αγορές στο εγγύς μέλλον θα εξαρτηθεί από την τελική συμφωνία για την ελάφρυνση του χρέους και τις συνθήκες που επικρατούν στην παγκόσμια αγορά. Θεωρώ απίθανο η Ελλάδα να επιτύχει ουσιαστική ελάφρυνση του χρέους το επόμενο έτος, όπως επίσης είναι δύσκολο οι συνθήκες της αγοράς να παραμείνουν τόσο ευνοϊκές.

Επιπλέον, το κόστος δανεισμού της Ελλάδας στην αγορά θα είναι πολύ πάνω από το επιτόκιο του ESM, επιδεινώνοντας τη δυναμική του χρέους. Ως εκ τούτου, η πρόσβαση στην αγορά θα πρέπει να συνδυαστεί με την επίσημη δανειοδότηση, τουλάχιστον προς το παρόν, και την ελάφρυνση του χρέους στο μέλλον».

Όσο για την πορεία της ελληνικής οικονομίας ο Διευθύνων Σύμβουλος – Επικεφαλής Ευρώπης της Bank of America Merrill Lynch κρατάει μικρό καλάθι, δεν αποκλείει όμως, το ενδεχόμενο να μας εκπλήξει θετικά τα επόμενα 1-2 χρόνια.

Εξηγεί πως για πρώτη φορά από τότε που ξεκίνησε η κρίση, η Ελλάδα δεν έχει καθυστερημένες λήξεις χρέους, απειλώντας με αθέτηση υποχρεώσεων και Grexit, ενώ απολαμβάνει πολιτική σταθερότητα χωρίς να αναμένονται σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο εκλογές. «Το χαμηλό αποτέλεσμα βάσης, καθώς η Ελλάδα έχασε περισσότερο από το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της από την έναρξη της κρίσης, θα έπρεπε τελικά να ωθήσει την οικονομία προς τα πάνω. Η τελευταία αξιολόγηση του προγράμματος περιελάμβανε ένα πλαίσιο που θεωρητικά θα επιτρέψει στις τράπεζες να «καθαρίσουν» τα χαρτοφυλάκιά τους από τα «κόκκινα δάνεια», τα οποία με τη σειρά τους θα τους επιτρέψουν να αρχίσουν να επεκτείνουν νέες πιστώσεις. Την ίδια ώρα, όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν στο ότι η Ελλάδα θα έχει μια άλλη ιστορική τουριστική σεζόν».

“Υπερβολική η εξάρτηση της οικονομίας από τον Τουρισμό”

Σύμφωνα με τον κ. Βαμβακίδη οι προοπτικές αυτές εξακολουθούν να υπόκεινται σε σημαντικούς κινδύνους. Μια καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της επόμενης αναθεώρησης του προγράμματος θα μπορούσε να αυξήσει εκ νέου την αβεβαιότητα.

Επιπρόσθετα, η υπερβολική εξάρτηση της οικονομίας από τον κλάδο του τουρισμού είναι ανησυχητική, ενώ οποιαδήποτε πολιτική παρέμβαση θα μπορούσε να καθυστερήσει τις τράπεζες από το να αντιμετωπίσουν το τεράστιο απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων τους, διατηρώντας τες σε κατάσταση “ζόμπι” και εμποδίζοντάς τες να υποστηρίξουν την ανάκαμψη.

«Η δυναμική της ελληνικής οικονομίας μακροπρόθεσμα παραμένει πολύ αδύναμη. Παρόλο που το ΔΝΤ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαφωνούν για τη μακροπρόθεσμη δυνητική ανάπτυξη της Ελλάδας, οι δύο προσδοκούν πολύ χαμηλά νούμερα, που κυμαίνονται από 1 έως 1,5%. Αυτά τα μεγέθη είναι εξαιρετικά χαμηλά για μια οικονομία που βρίσκεται πολύ πίσω από τους εμπορικούς εταίρους της και με σημάδια “κατάθλιψης”».

Συνεχίζει λέγοντας πως μικρές οικονομίες, όπως η Ελλάδα, χρειάζονται ξένες επενδύσεις σε τομείς με εξαγωγικούς προσανατολισμούς για να αναπτυχθούν, όμως στην πράξη τα πράγματα είναι απογοητευτικά αφού το επιχειρηματικό περιβάλλον της χώρας παραμένει αποτρεπτικό τόσο για τους ξένους, όσο και για τους εγχώριους επενδυτές. «Η οικονομία χρειάζεται βαθιές και ευρείες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες δυστυχώς έχουν καθυστερήσει πολύ, ακόμη και κατά τη διάρκεια της τρέχουσας κρίσης. Οι εκτιμήσεις μας δείχνουν ότι η ελληνική οικονομία θα μπορούσε να αναπτυχθεί τουλάχιστον κατά 3%, εάν εφαρμοστούν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στο επίσημο πρόγραμμα».

Τα όσα ακολουθήσουν το τρέχον πρόγραμμα μετά τον Αύγουστο του 2018 θα παίξουν ρόλο “κλειδί” στις διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές το επόμενο έτος, το οποία θα συνδυαστούν με τη συζήτηση για την ελάφρυνση του χρέους. «Δεν περιμένουμε άλλο πρόγραμμα παρόμοιο με αυτό που έχει σήμερα η Ελλάδα. Ωστόσο, δεν αναμένουμε από την Ελλάδα να ξεφύγει από την παρακολούθηση των πιστωτών.

Το πιο πιθανό αποτέλεσμα είναι μια μεσοβέζικη λύση, που θα μπορούσε να είναι ένα ελαφρύτερο πρόγραμμα με τη μορφή μιας Πιστωτικής Γραμμής Ενισχυμένων Όρων, από τον ESM. Ένα τέτοιο πρόγραμμα θα παρακολουθεί τις παραμέτρους που θα συμφωνηθούν προκειμένου η Ελλάδα να τύχει απαλλαγής από το χρέος».

Όπως εξηγεί η πλήρης “αποφοίτηση” από κάθε είδους επίσημα προγράμματα θα απαιτούσε ουσιαστική και άνευ όρων ελάφρυνση του χρέους, η οποία είναι εξαιρετικά απίθανη.

Τα τρία «αγκάθια»

Για τον ίδιο πάντως, το πλαίσιο για την ελάφρυνση του χρέους, που συμφωνήθηκε κατά τη δεύτερη αναθεώρηση, κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Υπάρχει πλέον συμφωνία με σχετικά πιο ρεαλιστικούς δημοσιονομικούς στόχους για τα επόμενα χρόνια και τις επόμενες δεκαετίες, πράγμα που είναι απαραίτητο πριν προβούμε σε οποιαδήποτε συμφωνία σχετικά με την περεταίρω επέκταση της λήξης των ομολόγων.

«Φαίνεται επίσης να υπάρχει συναίνεση για μια φόρμουλα η οποία θα συνδέει την επέκταση της λήξης των ομολόγων με την ανάπτυξη – περισσότερη ελάφρυνση του χρέους εάν η ανάπτυξη είναι αργή. Η παράταση λήξης θα είναι από 0 έως 15 έτη, ανάλογα με την ανάπτυξη που θα σημειωθεί».

Προσθέτει δε πως ακόμη παραμένουν τρία βασικά προβλήματα. Η παράταση της διάρκειας δεν θα ισχύει για όλα τα δάνεια του Δημόσιου τομέα. Δεν υπάρχει συμφωνία για τον καθορισμό του επιτοκίου, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι υψηλότερες τιμές στο μέλλον, από ιστορικά πολύ χαμηλά επιτόκια, θα μπορούσαν να επιδεινώσουν και πάλι το ελληνικό χρέος. Και τρίτον το ΔΝΤ εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι το ελληνικό χρέος είναι μη βιώσιμο, εν μέρει λόγω των δύο αυτών λόγων και εν μέρει λόγω των απαισιόδοξων προβλέψεων ανάπτυξης.

“Η Ελλάδα χρειάζεται ένα «επενδυτικό σοκ»”

Καταλήγοντας ο κ. Βαμβακίδης συμβουλεύει τους χαράσσοντες την οικονομική πολιτική της Ελλάδας να σταματήσουν να ψάχνουν για μαγικές λύσεις από την ελάφρυνση του χρέους και την πρόσβαση στην αγορά και να επικεντρωθούν στον τρόπο αύξησης της μακροπρόθεσμης δυνητικής ανάπτυξης. «Όλα θα λειτουργήσουν εάν η ελληνική οικονομία αρχίσει να αναπτύσσεται γρήγορα.

Τίποτα όμως δεν θα λειτουργήσει εάν η οικονομία έχει κολλήσει σε ανάπτυξη της τάξης του 1%. Η Ελλάδα χρειάζεται ένα «επενδυτικό σοκ», το οποίο θα μπορούσε να προέλθει από ξένους επενδυτές, αν η ελληνική κυβέρνηση ασχοληθεί σοβαρά με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, αλλά και με εγχώριους επενδυτές, και αν φυσικά επιτραπεί στις ελληνικές τράπεζες να επανέλθουν στη ζωή».

Ο φτηνός δανεισμός μετά την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωζώνη οδήγησε, κατά τον κ. Βαμβακίδη σε εφησυχασμό, γεγονός που με τη σειρά του καθυστέρησε τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Δυστυχώς, η

Ελλάδα δεν κατάφερε να μεταρρυθμιστεί ακόμη και μετά την κρίση, γεγονός που οδήγησε σε πολύ μεγαλύτερη δημοσιονομική λιτότητα που ήταν απαραίτητη. «Η Ελλάδα προσπάθησε σχεδόν τα πάντα από την έναρξη της κρίσης, με εξαίρεση τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Είναι καιρός να το επιτύχουμε τελικά» λέει χαρακτηριστικά.