Ο κλάδος του βιβλίου γυρίζει ... σελίδα στην Ελλάδα

Στις προτιμήσεις των Ελλήνων αναγνωστών η λογοτεχνία βρίσκεται στην πρώτη θέση, ακολουθούν τα αστυνομικά και τα ιστορικά βιβλία
 
Της Μαρίας Ακριβού
 
Ένας από τους κλάδους που έχουν πληγεί ανεπανόρθωτα από την κρίση είναι αναμφίβολα αυτός του βιβλίου. Στην Ελλάδα τα στοιχεία είναι απογοητευτικά καθώς κάθε χρόνο οι Έλληνες αναγνώστες, σε σύγκριση με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, διαβάζουν ολοένα και λιγότερα βιβλία. Ιστορικά βιβλιοπωλεία βάζουν λουκέτα ενώ απειλείται σημαντικά η βιωσιμότητα εκδοτικών οίκων που πασχίζουν να προσελκύσουν ένα αναγνωστικό κοινό που επιλέγει να διαβάζει τα αγαπημένα του συγγράμματα στην ηλεκτρονική τους μορφή.
 
“Ο κλάδος του βιβλίου είναι μυστήριο πράγμα στην Ελλάδα. Υπάρχουν τέσσερις μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι, οι οποίοι βγάζουν 400 τίτλους το χρόνο, ανταγωνίζονται σκληρά μεταξύ τους και εφαρμόζουν μια καταστροφική πολιτική, τόσο για τους ίδιους, όσο και για τους μικρότερους παίχτες που εκδίδουν μέχρι και 100 τίτλους βιβλίων το χρόνο” αναφέρει στον “Φ” η επικεφαλής των εκδόσεων «Κριτική», Μάγγη Μίνογλου.
 
Ωστόσο, διευκρινίζει πως οι αναγνώστες, δεν επηρεάζονται τόσο από τη μεγάλη ποικιλία, καθώς στρέφονται σε εκδότες που εμπιστεύονται διαχρονικά για τις “ψαγμένες” επιλογές τους. “Μπροστά στη μάχη των best sellers, όλα τα υπόλοιπα βιβλία γίνονται πολτός. Παράλληλα, το αναγνωστικό κοινό έχει συρρικνωθεί διότι δεν υπάρχει καθοδήγηση. Φοβάμαι πως έχουμε χάσει το νεανικό κοινό που έχει μια τάση να επιλέγει την ποσότητα έναντι της ποιότητας, ενώ αρέσκεται στο μαζικό και το γρήγορο” προσθέτει.
 
 
Η Μάγκυ Μίνογλου, Επικεφαλής των εκδόσεων Κριτική
 
Η αλήθεια είναι πως τα νεαρότερης ηλικίας άτομα περνούν αρκετό χρόνο στα social media και δεν έχουν εκπαιδευτεί να εφιστούν την προσοχή τους παραπάνω από λίγα λεπτά σε μια είδηση, πόσο μάλλον να συγκεντρωθούν για ώρα για την ανάγνωση ενός βιβλίου. Επιπρόσθετα, όταν δεν υπάρχουν πρότυπα από την οικογένεια, όταν οι γονείς ή τα μεγαλύτερα αδέρφια δεν διαβάζουν στο σπίτι, τότε τα παιδιά δεν θα αποκτήσουν τη συγκεκριμένη συνήθεια στην καθημερινότητά τους.
 
Σύμφωνα με την κα Μίνογλου, φανατικοί βιβλιοφάγοι είναι μεγαλύτερης ηλικίας άτομα αλλά και φοιτητές που είναι υποχρεωμένοι να διαβάζουν πανεπιστημιακά συγγράμματα σε έντυπη μορφή. Την ίδια ώρα, το ηλεκτρονικό βιβλίο φαίνεται να κερδίζει σταδιακά μερίδιο στην ελληνική αγορά, με την κα Μίνογλου να εκτιμά ότι το 8% των αναγνωστών που αγοράζουν ηλεκτρονικά βιβλία σε βάθος πενταετίας το ποσοστό τους θα ανέρθει σε 20%.
 
Όσο για τις προτιμήσεις των Ελλήνων αναγνωστών η λογοτεχνία βρίσκεται στην πρώτη θέση, ακολουθούν τα αστυνομικά, τα ιστορικά βιβλία, ενώ τελευταίο σε ζήτηση είναι το δοκίμιο.
 
Σχολιάζοντας τις ιστορικές αλυσίδες βιβλιοπωλείων, όπως ο Φλωράς ή ο Ελευθερουδάκης, αλλά και το ιστορικό βιβλιοπωλείο Εστία με 120 χρόνια διαδρομή, που έβαλαν λουκέτο μέσα στην κρίση, η κα Μίνογλου αναφέρει πως ήταν αναμενόμενη αυτή η εξέλιξη σε μια κορεσμένη αγορά.
 
“Οι ποιοτικοί και συνετοί βιβλιοπώλες θα παραμείνουν. Η Ελλάδα είναι μια μικρή σε μέγεθος αγορά και πολλοί έκαναν λάθος διαχείριση παρασυρόμενοι από το τρένο της “τεχνητής” ανάπτυξης. Άνοιγαν το ένα μετά το άλλο τα βιβλιοπωλεία και όταν ήρθε η κρίση δεν άντεξαν”.
 
Η κα Μίνογλου τονίζει πως αν δεν κάνουν “χαρακίρι” οι υφιστάμενοι μεγάλοι παίχτες και δεν επιδοθούν σε έναν ανελέητο πόλεμο τιμών με μικρά περιθώρια κέρδους, δεν θα δούμε περαιτέρω συρρίκνωση στην αγορά του βιβλίου. “Ο κλάδος τα τελευταία χρόνια έχασε πολύ. Νομίζω πως η αγορά πλέον έχει σταθεροποιηθεί” καταλήγει.
 
Τη δική της οπτική δίνει στον “Φ” η Μαρία Λιαποπούλου, Διευθύντρια Μάρκετινγκ της αλυσίδας IANOS, μιας από τις πιο πρωτοποριακές ,επιτυχημένες και καταξιωμένες επιχειρήσεις στο χώρο του βιβλίου και του πολιτισμού, με 10 φυσικά καταστήματα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη εκ των οποίων τα 3 είναι θεματικά, η οποία φέτος συμπληρώνει 35 χρόνια λειτουργίας.
 
Επικαλούμενη σχετική έρευνα του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) για τη σχέση του Έλληνα με το βιβλίο, τονίζει πως  οι δυνατοί αναγνώστες (όσοι δηλαδή διάβασαν περισσότερα από 10 βιβλία τον τελευταίο χρόνο) αντιστοιχούν στο 8,1% των ερωτηθέντων, ενώ το 34,2% δηλώνει ότι διάβασε τουλάχιστον ένα βιβλίο. Επομένως το διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό του 42,3% καταρρίπτει τον ευρέως διαδεδομένο στερεότυπο ότι οι συμπατριώτες μας απεχθάνονται το διάβασμα. 
 
 
 
Η Μαρία Λιαποπούλου, Διευθύντρια Μάρκετινγκ της αλυσίδας IANOS
 
 Ειδικότερα, στις ηλικίες 18-24 το 55% των ανδρών και το 73% των γυναικών δηλώνουν ότι διάβασαν κάποιο βιβλίο τους τελευταίους 12 μήνες. Τα ποσοστά αυτά μειώνονται αντίστοιχα σε 24% και 55% για τις ηλικίες 35-44 ετών και αντιστρέφονται ως προς το φύλο σε 47% (άνδρες) και 37% (γυναίκες) στις ηλικίες 65-74 ετών.
 
Η κα Λιαποπούλου σχολιάζει ότι παρ’ όλη την αύξηση των πωλήσεων των ebooks σίγουρα δεν είμαστε ακόμα σε μία περίοδο που τα έντυπα να θεωρηθούν είδος «υπό εξαφάνιση». Παραδέχεται πως η κρίση έχει επηρεάσει τις πωλήσεις βιβλίων περισσότερο από ό,τι οι ηλεκτρονικές εκδόσεις, αλλά δεν παύουν να κυκλοφορούν πάρα πολλοί νέοι τίτλοι. Για εκείνη το βασικότερο πλεονέκτημα του έντυπου βιβλίου είναι η οικεία μορφή που έχουμε όλοι στο μυαλό μας για αυτό, ανεξαρτήτως ηλικίας. Είναι κάτι που πιάνουμε στα χέρια και το νιώθουμε «δικό» μας, το ξεφυλλίζουμε ,το διαβάζουμε ....το μυρίζουμε...
 
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Φιλελεύθερος